σεξουαλισμός

ο, Ν
η γενετήσια ορμή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. sexualisme < λατ. sexualis < sexus «φύλο»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεξουαλισμός — [сэксуализмос] ουσ. а. сексуализм …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σεξουαλισμός — ο (λ. γαλλ.), σαρκική έλξη, γενετήσια ορμή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αφροδισία — Η γενετήσια ορμή, το γενετήσιο ένστικτο, ο σεξουαλισμός. Η α. εκδηλώνεται τόσο ως ψυχική όσο και ως αισθησιακή ενστικτώδης έλξη για το άλλο φύλο και περιλαμβάνει τις καταστάσεις της επιθυμίας και της απόλαυσης. Η α. εμφανίζεται σε λανθάνουσα… …   Dictionary of Greek

  • παρασεξουαλισμός — ο φαινόμενο που παρατηρείται σε ορισμένους μύκητες οι οποίοι δεν έχουν εγγενή αναπαραγωγή και κατά το οποίο η γενετική ανακατάταξη γίνεται κατά την μιτωτική και όχι κατά την μειωτική διαίρεση. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο συνθ., πρβλ. αγγλ.… …   Dictionary of Greek

  • σεξολογία — Κλάδος επιστημονικών ερευνών που ασχολείται με τα σεξουαλικά προβλήματα. Λέγεται και σεξουαλισμός, από τη λατινική λέξη sexualismus (γενετήσια ορμή). Τα αρχαιότερα μυθολογικά συστήματα, όπως τα κείμενα για τον έρωτα Κάμα Σούτρα, Κλωνάρια… …   Dictionary of Greek

  • αφροδισία — η η γενετήσια ορμή, ο σεξουαλισμός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.